ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Ο ΣΕΡΒΙΚΟΣ ΕΞΤΡΕΜΙΣΜΟΣ
Σερβία: γράφει ο Σταν Μάρκοτιτς
Ο σέρβικος εξτρεμισμός ή υπερεθνικισμός δε χωράει σε εύκολο ορισμό και κάθε απόπειρα για κωδικοποίηση, χωρίς να λάβουμε υπόψη μας τα κύρια συστατικά του αποτυγχάνει να εναρμονιστεί με τη θεμελιώδη ουσία του, δηλαδή ότι πρόκειται για εμπόρευμα σε διαρκή ροή, κομμένο και ραμμένο στις πολιτικές φιλοδοξίες ή τους επιθυμητούς σκοπούς των πολιτικών ελίτ.
Σερβία: Ο τοπικισμός
Υπεραπλουστευμένες απεικονίσεις τον βλέπουν, εν μέρει, ως πολιτιστικό φαινόμενο που αναπτύχθηκε στους αιώνες από τους νότιους Σλάβους. Οι λαοί αυτοί ταυτίζονται έντονα με τη χριστιανική ορθόδοξη θρησκεία και με πολιτιστικές παραδόσεις που αντλούν από την επική ποίηση που εκθειάζει τις αρετές του ηρωισμού εν όψει της συντριπτικής στρατιωτικής ανισότητας. Οι Σέρβοι, επίσης, έχουν παράδοση να ορίζονται διακρινόμενοι αντιθετικά από άλλες γειτονικές ομάδες, ειδικά από τους καθολικούς Κροάτες.
Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του σέρβικου εξτρεμισμού είναι η ιδιαίτερα έντονα τοπικιστική φύση του, ιδιότητα κοινή στις μη μετριοπαθείς πολιτικές σε ολόκληρη την βαλκανική περιοχή. Δεν υπάρχει τίποτα στην όψη του σέρβικου εξτρεμισμού που να τον καθιστά εξαγώγιμο σε άλλες ομάδες, έθνη ή κοινωνίες. Στη χειρότερη μορφή του, στον ακραίο εθνικισμό -που εκδηλώνεται με εγκλήματα πολέμου και θηριωδίες των Σέρβων- έχει βρει απολογητές σε ολόκληρα τα Βαλκάνια.
Σερβία: Η υποστήριξη
Αξιοσημείωτο εδώ είναι ότι οι Έλληνες δημοσιογράφοι και πολιτικοί υπήρξαν οι πιο ακλόνητοι υπερασπιστές της σέρβικης επιθετικότητας, στη διάρκεια των πολέμων σε ολόκληρη την πρώην Γιουγκοσλαβία, που ξέσπασε το 1991 και τέλειωσε με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης του Ντέιτον, τον Δεκέμβρη του 1995, μόνο για να αναζωπυρωθεί δραματικά στο Κόσοβο, το 1998-99.
Όμως σπάνια οι υποστηρικτές των Σέρβων συγχωρούν πράξεις γενοκτονίας, επιλέγοντας, αντίθετα, την επικυρωμένη από το Βελιγράδι θέση ότι οι Σέρβοι πρέπει να υποστηριχθούν και να έχουν τη συμπάθειά μας επειδή, δήθεν, υπήρξαν -και εξακολουθούν να είναι- τα θύματα του πολέμου. Αναμφίβολα, κάποιες επιφανειακά όμοιες, κοινές πολιτιστικές μεταβλητές, όπως η κοινή θρησκευτική πίστη, στον ορθόδοξο χριστιανισμό, προδιέθεταν μια ευρύτερη κοινή γνώμη της περιοχής υπέρ των Σέρβων. Τελικά, ωστόσο, τα κοινά γεωστρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα μπορεί να είναι η πιο δεσμευτική μεταβλητή που ενώνει πρωτεύουσες όπως το Βελιγράδι και την Αθήνα.
Σερβία: Η ιστορία
Για να εξηγήσει κανείς πως εμφανίστηκε ο δεξιός εξτρεμισμός ως η κυρίαρχη μορφή πολιτικής έκφρασης, στη Σερβία, χρειάζεται να θυμηθεί την ιστορία της Γιουγκοσλαβίας και την εμπειρία της Σερβίας στο πλαίσιο του κράτους εκείνου. Το γιουγκοσλάβικο κράτος, από την εκκίνησή του, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε αποτύχει να υιοθετήσει ή να επινοήσει ένα σύστημα αξιών που να απευθύνεται σε ολόκληρο τον πληθυσμό ή να είναι αποδεκτό από ολόκληρο τον πληθυσμό.
Οι δυνάμεις για προώθηση της διεθνικής κοινωνικής συνοχής απουσίαζαν, αλλά αυτό δεν οφειλόταν σε έλλειψη προσπάθειας, ειδικά εκ μέρους των σοσιαλιστικών αρχών, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Λίγκα των Κομμουνιστών της Γιουγκοσλαβίας είχε προωθήσει πολιτικές γιουγκοσλαβοποίησης, εκτρέφοντας «την αδελφότητα και την ενότητα» και ενθαρρύνοντας ειδικά τη δημόσια αποδοχή και υιοθέτηση ταυτότητας και εθνικότητας γιουγκοσλαβικής.
Σερβία: Οι κρίσεις
Εντούτοις, η Γιουγκοσλαβία ήταν κράτος που, σύμφωνα με τον Ράμετ, «ήταν περικυκλωμένο με προβλήματα από την εποχή της ίδρυσής του, το 1918, και γρήγορα υπήρξε ένα πολυεθνικό κράτος που άρχισε να καταρρέει. Στη διαδρομή της Ιστορίας, η Γιουγκοσλαβία κλονιζόταν από κρίση σε κρίση, εγκαταλείποντας τη μία ασταθή φόρμουλα για την άλλη».
Τώρα, τα σύνορα της Γιουγκοσλαβίας έχουν εξαλειφθεί σε μια διαδικασία που ξεκίνησε το 1991 και έπειτα από μια σειρά γεγονότων που ώθησαν τη Σλοβενία, την Κροατία, τη Βοζνία και Εζεργοβίνη και τη Βόρεια Μακεδονία να επιδιώξουν την ανεξαρτησία τους. Η κρίση του 1998-99, στο Κόσοβο, χρειάζεται να ιδωθεί υπ’αυτό το πρίσμα. Χωρίς τις παραμέτρους ή τους περιορισμούς που είχαν τεθεί από το κράτος του προέδρου Ιωσήφ Μπροζ Τίτο, αναπτύχθηκαν στα απομεινάρια της Γιουγκοσλαβίας διάφορες εξτρεμιστικές ομάδες -δηλαδή στην επικράτεια που σήμερα είναι γνωστή ως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (Ο.Δ.Γ.), αποτελούμενη από τη Δημοκρατία της Σερβίας και του Μαυροβουνίου.
Σερβία: Ο εθνικισμός
Ο Τίτο και μια σειρά διαδόχων του, ύστερα από τον θάνατο του Παρτιζάνου το 1980, ήταν πρόεδροι ενός συγκεντρωτικού κράτους: αυτό αποδείχθηκε ανίκανο να υπερβεί τις δυνάμεις του εθνικού συναισθήματος, που αρχικά καλλιεργήθηκαν και απελευθερώθηκαν από τον πρόεδρο της Σερβίας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, ο οποίος έγινε πρόεδρος της Ο.Δ.Γ. στις 15 Ιουλίου 1997. Όταν ο Μιλόσεβιτς έπαιξε το εθνικιστικό χαρτί ηγέτες γειτονικών δημοκρατιών και κυρίως ο πρόεδρος της Κροατίας Φράνιο Τούντμαν, αποδείχτηκαν επίσης ικανοί και θέλησαν να ακολουθήσουν αμέσως.
Η ιδιαίτερη εκδοχή του μαρξισμού-λενινισμού, που ήταν δεσπόζουσα στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο, σε μεγάλο βαθμό, επιδιορθωμένη αδέξια από τον κύριο ιδεολόγο, τον Έβαρντ Καρντέλι, στηρίζει μια πολιτική δομή που απλώς έχει κατορθώσει να συγκαλύψει, αποκρύψει τις ακροδεξιές εθνικιστικές τάσεις.
Σερβία: Ο σοσιαλισμός
Η παράδοση του μαρξιστικού σοσιαλισμού, όμως, όσον αφορά στη Σερβία, ουδέποτε επίσης απορρίφθηκε ρητά και στα πρόσφατα χρόνια έχει μια εκπληκτική αναβίωση, καθιστώντας έτσι τη μελέτη του δεξιού εξτρεμισμού στη Σερβία ατελή, αν δεν ληφθεί υπόψη η παρατεταμένη και συμβιωτική επίπτωση του σοσιαλισμού.
Περαιτέρω, η πρόσφατη και συνεχιζόμενη αναβίωση του σοσιαλισμού, κατά κάποιο τρόπο, δε σηματοδοτεί το τέλος της εξτρεμιστικής πολιτικής ή, έστω, οποιουδήποτε στοιχείου που, με μικρό βηματισμό, να κινείται στην κατεύθυνση μιας κοινωνίας προσαρμοσμένης στα αξιώματα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, οριζόμενης, από πολιτική συναίνεση, σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων και παραδόσεων, και χαρακτηριζόμενη από ελευθερία του Τύπου και ελευθερία της έκφρασης. Οι εξελίξεις υποδηλώνουν, πράγματι, περιχαράκωση του ακραίου εθνικιστικού δόγματος.
Σερβία: Η εξουσία
Σήμερα -και τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον- το κυβερνών κόμμα του Μιλόσεβιτς, το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Σερβίας (SPS), είναι υποχείριο των πολιτικών δολοπλοκιών του ηγέτη του, ο οποίος, με τη σειρά του, έχει κυβερνήσει τη Σερβία-Μαυροβούνιο πραγματικά ανεξέλεγκτος, ασφαλώς μέχρι πρόσφατα. Κατά καιρούς, η πραγματικότητα αυτή διέφυγε της προσοχής των παρατηρητών που εξαπατούνταν από την εκ πρώτης όψεως συμμόρφωση του Μιλόσεβιτς στις δημοκρατικές αρχές, περιλαμβανομένων των περιοδικών εκλογών και, τουλάχιστον, της ανοχής αντιπολιτευτικών κομμάτων.
Η διάσπαση της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας πραγματοποιήθηκε, έτσι, ως μέσο για την απόκτηση και διατήρηση της εξουσίας για μια συγκεκριμένη δικαιοδοσία. Με άλλα λόγια, για τον Μιλόσεβιτς το να γίνει αδιαμφησβήτητη η πολιτική εξουσία, στα απομεινάρια της Γιουγκοσλαβίας, περιλαμβανομένου του Κοσόβου ή όσο το δυνατόν μεγαλύτερου τμήματός του, ήταν πιο σημαντικό από το να επιδιώξει κάποια άλλη συμβιβαστική λύση για την εδαφική ακεραιότητα της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας: η τελευταία εξέλιξη θα σήμαινε, τελικά, ότι ο Μιλόσεβιτς θα περιοριζόταν στο να είναι ένας από μια ομάδα κεντρικών πολιτικών παικτών.
