ΟΝΕΙΡΟ Ι
Νεκροδοχείον: γράφει ο Σίμος Ιωσηφίδης
Μεγαλώσαμε ρε φίλε πια… Θυμάσαι τα πυκνά συρματοπλέγματα; Τα αγωνιώδη λαχανιάσματα διωγμών. Την μυρωδιά στις ταράτσες από τα απλωμένα ρούχα; Την πλατεία με τις κούνιες όταν έβρεχε;
Είναι πάντα υγρή αυτή η πλατεία. Ακόμη και όταν δεν έχει βρέξει ξεφεύγει το νερό από το παλιό σιντριβάνι και με τα βήματα των περαστικών απλώνεται παντού. Είναι σχετικά κοντά από το σπίτι μου και την επισκέφτομαι συχνά για να δω τον πατέρα μου.
Στην δυτική της πλευρά υψώνεται το νεκροτομείο. Πάντα με έθελγε. Μάλλον είναι δημόσιο κτήριο αν αναλογιστείς την αρχιτεκτονική και παλαιότητά του. Ψηλό, πενταώροφο. Τετραγωνισμένο, μοιάζει σαν να μην έχει βαφτεί ποτέ. Ένα χαλασμένο εκρού, ανοιχτό εκεί που το βλέπει περισσότερο ο ήλιος. Σε μερικά σημεία είναι γκρι. Σε άλλα, πιο λίγα, το γκρι σκουραίνει πλησιάζοντας το μαύρο. Τους τοίχους τούς έχω παρατηρήσει πολλές φορές εκτός τον πίσω τοίχο.
Μπορεί και να φοβάμαι… Δεν έχει ποτέ κόσμο σε εκείνο το σημείο. Προφασίζομαι, πιθανόν κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου, πως δεν θα κρύβει κάτι σημαντικό οπότε δεν υπάρχει και λόγος να πλησιάσω προς τα εκεί. Απέναντι πρέπει να είναι το Δημαρχείο. Τα όνειρά μου το έχουν επιβεβαιώσει -το έχω δει στον ύπνο μου κάποιες φορές.
Ο πατέρας μου κείτεται στο ισόγειο. Παραδόξως είναι μόλις το δεύτερο φέρετρο όπως μπαίνεις δεξιά. Δεν υπάρχουν άδειοι τάφοι στα νεκροταφεία που ανήκουν οι νεκροί και τους κρατάνε προσωρινά εκεί. Τι προσωρινά δηλαδή που ο πατέρας μου έχει κλείσει σχεδόν χρόνο… Το κάθε κελάκι που βρίσκεται ο νεκρός ψύχεται καταλλήλως προς αποφυγή δυσοσμιών και πιθανής μετάδοσης μολύνσεων.
Το εσωτερικό του κτηρίου είναι λαβυρινθώδες. Το έχω περπατήσει αρκετές φορές. Ευτυχώς ο κεντρικός διάδρομος φωτίζεται αμυδρά από λάμπες πορτοκαλί ή κίτρινες. Και πάλι όμως είναι σκοτεινά. Αριστερά-δεξιά διακρίνονται σαν σκιές γυναίκες γερασμένες που «περιποιούνται» τους ανθρώπους τους. Μερικές κάθονται εκεί με τις ώρες. Πως αλλιώς να εξηγηθούν οι όμοιες γυρτές σιλουέτες που αχνοφαίνονται στους υποφωτισμένους τοίχους. Όπως κι εγώ, έχουν κάτι μικρές καρέκλες. Πολλές φορές έχω αποκοιμηθεί εκεί.
Ανελκυστήρας δεν πρέπει να υπάρχει. Ή, αν υπάρχει , είναι σε μόνιμη βλάβη. Έτσι εξηγείται υποθέτω ο συνωστισμός που, κάποιες φορές –ευτυχώς λίγες-, γίνεται εκεί στα χαμηλά από τους συγγενείς των νεκρών. Άλλωστε, τόσες φορές που έχω ανέβει τους ορόφους, θα τον είχα εντοπίσει.
Στο ισόγειο διέρχονται διάφοροι. Κάποιους τους γνωρίζω. Η άμεση ανταλλαγή νεύματος με το κεφάλι προς τα κάτω το αποδεικνύει. Οι περισσότεροι έχουν χάσει την μάνα τους. Δεν τους έχω ρωτήσει. Αντιλαμβάνομαι ωστόσο πως μάλλον δεν πέφτω έξω.
Όσο ανεβαίνεις την σκάλα –που και σε αυτήν υποβώσκει ένα πορτοκαλί μουντό φως- οι συγγενείς λιγοστεύουν. Στο δεύτερο όροφο ακούγονται μονίμως φωνές. Μεταξύ τετάρτου και πέμπτου ορόφου είναι πια μετρημένοι. Περιέργως και πιο καλοντυμένοι. Στον πέμπτο όροφο λειτουργεί τις νύχτες κυλικείο. Στο μέσο της αίθουσας απλώνεται ένα μεγάλο κρεβάτι. Όλοι πίνουν τα αφεψήματά τους εκεί. Περιμετρικά της γιγάντιας ωοειδούς κλίνης. Οι τοίχοι είναι κενοί και σε μερικά σημεία ελαφρώς ξεφτισμένοι. Μόνον μια αφίσα ξεχαρβαλωμένη σώζεται. Αριστερά από την κλίνη. Είναι η σκιά ενός αδικοχαμένου τσελίστα, του Tom Cora.
Εδώ, είναι η μόνη αίθουσα που υπάρχουν μόνο ζωντανοί. Το καταλαβαίνει κανείς από την δυσοσμία των χνώτων. Όταν δεν ξεχνάω την τσάντα μου -πράγμα σπάνιο- νιώθω πιο ασφαλής. Όχι πως έχω τίποτα σημαντικό στις θήκες της. Ίσως μόνο τα κλειδιά του σπιτιού μου. Και ένα μικρό κύλινδρο που πιέζοντας το πράσινο κουμπί που έχει ψηλά στην λαβή, προεκτείνεται και γίνεται μπαστούνι. Τι ασφάλεια έχεις το να γνωρίζεις πως θα γυρίσεις στο σπίτι σου! Αλλιώς δεν θα πανικοβαλλόμουν τόσο όταν την έχανα. Πόσες αγωνίες για να την βρώ… Συνήθως την εντοπίζω σε ένα γραφείο όπου περιστοιχίζεται από πρώην συναδέλφους μου. Οι τελευταίοι με κοιτούν πάντα ειρωνικά. Ίσως και περιπαιχτικά. Έχουν δίκιο: αυτό το θέαμα το έχουν δει δεκάκις.
Εδώ, στο κυλικείο, δεν βλέπεις εύσχημους ή άσχημους. Όσο κι αν παρατηρείς τα πρόσωπά τους δεν τους θυμάσαι μετά. Απλώς δεν είσαι μόνος. Πάντως, οι περισσότεροι είναι ντυμένοι καλά. Και έχουν μια πλάνα ματιά που μπορεί να σε εξαπατά. Σε ξεγελούν. Ξεγλιστρά το βλέμμα τους λες και βγήκαν από αίθουσα που προηγουμένως είχαν παρακολουθήσει τον «Ντον Τζοβάννι» του Μότσαρτ. Σερβίρει ένας χοντρός κύριος με μακριά γενειάδα. Τα μάτια του βγάζουν σπίθες.
Υποπτεύομαι πως, ελλείψει ασανσέρ, οι γηραιές κυρίες δεν δύνανται να ανέβουν. Εδώ οι επισκέπτες είναι άφατοι. Ίσως αυτό το έλλειμμα έκφρασης να τους καθιστά ανάξιους της μνήμης μου. Δύο ή τρεις φορούν γραβάτα.
Το Δημαρχείο ούτε που φαίνεται. Άλλωστε το κτήριο δεν έχει παράθυρα. Το «έξω» το φαντάζεσαι. Δεν ξέρω αυτό αν ισχύει για όλους, πάντως εγώ, συχνά το φαντάζομαι. Ήρθα από έξω επομένως το δικαιούμαι. Φαντασία δίχως πραγματικότητα δεν υπάρχει. Είναι σαν να είσαι στα ρηχά μιας ακτής και ερευνώντας ενδελεχώς την άμμο φαντάζεσαι τον μεγάλο βυθό. Σε τι διαφέρει ο βυθός σε σχέση με τα ρηχά; Σε τίποτα! Εφόσον διακρίνεις την άμμο στα δέκα εκατοστά το μόνο εύκολο είναι να φανταστείς τα δυσθεώρητα ύψη. Οι βυθοί είναι ίδιοι. Το βάθος εξαπατά! Σκέφτομαι πως παρόλο που το κτήριο έχει στενούς διαδρόμους έχεις την αίσθηση του κενού. Αν δεν υπήρχαν, όλα θα ήταν άδεια. Οι κιτρινωποί τοίχοι φτιάχτηκαν για να μην υπάρχει κενό. Ομοίως και το πάτωμα. Αν δεν υπήρχε η βάδιση θα λεγόταν αιώρηση.
Είναι εθιστικό το μέρος εδώ. Μένεις μέρες. Κάποιες στιγμές -δεν θυμάμαι πότε και πόσες φορές συνέβη και σε μένα- ξεχνάς να φύγεις. Σε καταπίνει ο χώρος. Και ο χρόνος. Αδηφάγα υποφωτισμένα στενά –πτέρυγες τα ονομάζουν- σε μαγνητίζουν… Πλανάται μια αποτροπή φυγής. Άγγελοι περιφέρονται εδώ ή εξολοθρευτές;
Στην είσοδο, εκεί που κοιμάται ο πατέρας μου, υπάρχουν πολλά υγρά στο πάτωμα. Αυτοί που μπήκαν πρόσφατα τα μετέφεραν από έξω… Ή βρέχει ή πάλι ξέφυγε το νερό από το σιντριβάνι. Δίπλα στο Δημαρχείο..
Διαβάστε τα άρθρα που έχουμε δημοσιεύσει σχετικά με την λογοτεχνία