ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ
Μύθος: γράφει ο Γιάννης Φραγκούλης
Ο κάθε μύθος αποτελείται από ιστορικά στοιχεία, έχει μέσα του την ιστορία και την επινοημένη αφήγηση ή είναι εξολοκλήρου μια επινόηση; Η σύγχρονη θεωρία της αφήγησης δέχεται ότι ισχύει το δεύτερο, δηλαδή σε κάθε μύθο υπάρχει ένα ιστορικό γεγονός που περιβάλλεται από επινοημένα αφηγηματικά στοιχεία, ίσως για να μπορεί ο άνθρωπος να μάθει πιο εύκολα την ιστορία, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης στο «Περί ποιητικής»1.
Μύθος: Ένας ορισμός
Μπορούμε να πούμε ότι «ο μύθος «μετέχει», με την πλατωνική έννοια του όρου, της διάνοιας, καθώς αποβλέπει στη νόηση ενός αντικειμένου, αλλά δεν πειθαρχεί στους νόμους της διάνοιας, αφού παρεμβάλει άλογους παράγοντες στη σύνθεση του αντικειμένου, είτε είναι πρόσωπο είτε είναι πράξη. Αν ονομάζουμε αυτούς τους άλογους παράγοντες συνοπτικά «φαντασία», θα μπορούσαμε να πούμε ότι ενώ στη γνώση της αλήθειας, δηλαδή στην επιστημονική γνώση, λειτουργεί καθαρά και μόνο η διάνοια, στη νόηση του μύθου λειτουργεί η διάνοια συνδυασμένη με τη φαντασία.»2.
Ο Όμηρος συγγράφοντας την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια» μας μιλά για το τι είχε γίνει στην εποχή του, για τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων και για την ανθρωπογεωγραφία της εποχής εκείνης. Η Οδύσσεια αποδίδεται κατά παράδοση στον Όμηρο αφού καταγράφηκε επίσημα στην αρχαία Αθήνα περί τον 6ο αιώνα π.Χ. κατ’εντολή του Πεισίστρατου ή του γιου του Ιππάρχου (560-510 π.Χ.), προκειμένου οι τότε ραψωδοί να απαγγέλουν αυτή στις γιορτές των Παναθηναίων χωρίς δικές τους παρεμβολές ή παραλλαγές. Ακολούθως χωρίστηκε από τους Αλεξανδρινούς Γραμματικούς σε 24 ραψωδίες, που αριθμήθηκαν με τα μικρά γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου.

Μύθος: Η πατρότητα
«Από τον 9ο αιώνα π.Χ. ως το τέλος του αρχαίου κόσμου ο ελληνικός μύθος δουλεύεται και ξαναδουλεύεται χωρίς διακοπή. Αμέτρητοι ποιητές, ανώνυμοι στην αρχή και επώνυμοι έπειτα, γνωστοί και άγνωστοι, επικοί, λυρικοί και δραματικοί, σμιλεύουν τις μορφές των Ελλήνων ηρώων για να προβάλλουν όλο και περισσότερες πλευρές της ζωής και του ήθους των»3. Ο μύθος της Οδύσσειας μας προσφέρει ένα μέρος της γνώσης του αρχαίου κόσμου.
Το αρχικό κείμενο του Ομήρου δεν είναι γνωστό ποιο είναι. Εμείς το ξέρουμε από την πρώτη καταγραφή του, η οποία έλαβε υπόψη της το ήδη διαμορφωμένο έπος. «Η «Οδύσσεια» θεωρείται έπος του ύστερου 8ου αιώνα π.Χ. ή των αρχών του 7ου. Τα χρόνια αυτά, κατά πάσα πιθανότητα, ένας επικός ποιητής και όχι περισσότεροι -ο άνθρωπος που η παράδοση αποκάλεσε Όμηρο και ο οποίος μπορεί να είναι ο ίδιος με τον ποιητή της «Ιλιάδας» (αλλά μπορεί και όχι)- έδωσε στο ποίημα τη μορφή που λίγο-πολύ έχουμε εμείς σήμερα στη διάθεσή μας.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, η «Οδύσσεια» δεν είναι παιδί ούτε ενός μόνο ανθρώπου -κι ας την αποκρυστάλλωσε ένας ποιητής- ούτε ενός μόνο καιρού -κι ας πήρε το τελικό της σχήμα σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή-. Η «Οδύσσεια», όπως και η «Ιλιάδα», είναι το αποκύημα μιας πολύ μακράς παράδοσης προφορικής επικής ποίησης, οι απαρχές της οποίας χάνονται στα βάθη των αιώνων: στον ελληνικό χώρο οι πρώτοι σπόροι της προφορικής επικής ποίησης πρέπει να έπεσαν κατά τη μυκηναϊκή περίοδο των ηρώων, των βασιλέων και των βασιλείων και να ρίζωσαν κατά τους σκοτεινούς λεγόμενους αιώνες, που ακολούθησαν την πτώση των μυκηναϊκών κέντρων. Στους αιώνες μάλιστα αυτούς ο πολιτισμός καθίσταται αποκλειστικά προφορικός, αφού η γραφή, συγκεκριμένα το μυκηναϊκό σύστημα, η λεγόμενη Γραμμική Β, εκλείπει.»4.

Μύθος: Η μεταφορά
Αφιερώσαμε πολύ χώρο για να ορίσουμε τον μύθο και πιο συγκεκριμένα αυτόν την «Οδύσσειας». Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι η «Οδύσσεια» είναι ένα έργο που γράφτηκε, παραποιήθηκε, εξελίχθηκε και αυτό συνεχίστηκε και στην εποχή μας, αφού πολλοί λογοτέχνες και φιλόσοφοι έδωσαν τη δική τους εκδοχή, όπως ο Τζόις, ο Καζαντζάκης, ο Μαρωνίτης. Μπορούμε να φτάσουμε σε ένα συμπέρασμα: η «Οδύσσεια» δεν είναι ένα λογοτεχνικό έργο, όπως το ορίζουμε εμείς σήμερα, αλλά ένα μυθολογικό πόνημα που είναι η βάση για να κάνουμε τη δική μας θεώρηση.
Έχουμε κάθε δικαίωμα να φτιάξουμε, με αρχή την «Οδύσσεια», το δικό μας αφηγηματικό δημιούργημα, αρκεί να έχει αυτό στέρεη δομή και να θέλει να δώσει μια έννοια του κόσμου μας, συγκρινόμενο με αυτόν των αρχαίων Ελλήνων. Στον κινηματογράφο η «Οδύσσεια» έδωσε τροφή για κάμποσες ταινίες. Το 1911 ο Τζουζέπε ντε Λιγκουόρο θα κάνει την ταινία «L’Odissea» (44΄), γυρισμένη με αφορμή τη διεθνή έκθεση του Τορίνο, η οποία έγινε την ίδια χρονιά. Το 1954 ο Μάριο Καμερίνι θα κάνει την «Ομήρου Οδύσσεια», με πρωταγωνιστή τον Κερκ Ντάγκλας, που προσπαθεί να μείνει πιστή στο αρχικό κείμενο. Το 1967 ο Τζόζεφ Στρικ αποκωδικοποιεί το έργο του Τζέιμς Τζόις και κάνει τη δική του εκδοχή. Η πιο τολμηρή εκδοχή είναι αυτή του Φράνκο Πιαβόλι, η ταινία του «Nostos: il ritorno» (1989), μια ατμοσφαιρική μεταφορά, χωρίς πολλά λόγια, με μια μεσογειακή ιδιωματική γλώσσα και χωρίς υπότιτλους. Μια αναφορά στην «Οδύσσεια» θα κάνει και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, «Το βλέμμα του Οδυσσέα» (1995), φτιάχνοντας μια σύγχρονη ποιητική αφήγηση.
Μύθος: Οι εκδοχές
Το 2026 επιχειρεί ο Κρίστοφερ Νόλαν να κάνει τη δική του «Οδύσσεια». Έχουμε και σε αυτή την περίπτωση μια παράφραση του ομηρικού έπους. Το κείμενο της ταινίας εστιάζει στη διαδρομή του Οδυσσέα, βλέποντας την ως μια διαδικασία, μια αλληλουχία παθών που τον βοηθούν να φτάσει στη λύτρωση, αν τη δούμε με θεολογική-φιλοσοφική ματιά, που υπάρχει σε διάφορες θρησκείες και κυρίως στον βουδισμό.

Είναι αυτονόητο ότι καμία εκδοχή δεν μπορεί να είναι πιστή αναφορά στην ομηρική «Οδύσσεια» ούτε είναι απαραίτητο να αναφέρεται ότι κάθε ταινία είναι βασισμένη στο έργο του Ομήρου. Αυτό εννοείται. Μας ενδιαφέρει αν η κάθε εργασία δίδει κάτι καινούργιο στην κατανόηση του αρχικού κειμένου και αν το τοποθετεί στην εποχή μας, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο.
Ο Αγγελόπουλος παίρνει στοιχεία από τον Οδυσσέα για να φτιάξει τον δικό του χαρακτήρα που θα βασίζεται στον ομηρικό ήρωα. Ο Νόλαν μιλά για τα πάθη του Οδυσσέα και για το τι σημαίνει η Ιθάκη, κάτι που θα δούμε στο συγκεκριμένο ποίημα του Κ. Π. Καβάφη. Ο Πιαβόλι θα φτιάξει ένα δικό του κόσμο, μια μυθολογική πρόταση, όπως είχε κάνει ο Δήμος Θέος με τη «Διαδικασία» (1976). Κάθε ταινία είναι μια εκδοχή της «Οδύσσειας» δεν μπορεί να είναι ακριβώς το ομηρικό κείμενο γιατί είναι γραμμένο το σενάριο και η σκηνοθεσία έχει γίνει από διαφορετικά άτομα.
Μύθος: Η ανάγνωση
Ο θεατής γίνεται αναγνώστης του κινηματογραφικού κειμένου και θα πρέπει να το διαβάζει έτσι ώστε να φτάσει όσο το δυνατόν πιο κοντά στον πυρήνα της αφήγησης του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου. Αν το κάνει αυτό ίσως βρει στοιχεία που μπορούν να έρθουν σε επαφή με τον δικό του ψυχικό κόσμο, δημιουργώντας μια δική του αφήγηση, αυτό που ονομάζουμε μετακείμενο, το κείμενο που δημιουργεί ο κάθε θεατής όταν τελειώσει η προβολή μιας ταινίας. Τότε και μόνο τότε ο κινηματογράφος θα λειτουργήσει ως μέσο επικοινωνίας και θα είναι η αφορμή για την ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου.
Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει να αφήσουμε έξω από την κινηματογραφική αίθουσα τις πεποιθήσεις μας που μας υπαγορεύουν μια συγκεκριμένη ανάγνωση του κινηματογραφικού κειμένου. Θα πρέπει να ακούσουμε με προσοχή αυτό που μας προσφέρει η ταινία, να προσλάβουμε τα απαραίτητα στοιχεία και μετά να τα επεξεργαστούμε με τον τρόπο που εμείς επιθυμούμε. Δομούμε τη δική μας εκδοχή της «Οδύσσειας» που θα μπει στο αξιακό μας σύστημα για να είναι ένα σημείο διαλόγου -άτυπου- που κινητοποιεί το κινηματογραφικό κείμενο αφού προβληθεί.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Αριστοτέλης, «Περί ποιητικής», μτφρ, Σίμος Μένανδρος, κείμενο και ερμηνεία Ιωάννης Συκουτρής, εκδ. Εστία, Αθήνα 1997, σ.σ. 26-28.
- Συλλογικό, «Ελληνική μυθολογία, τόμος Α΄, εισαγωγή, ανάλυση και ερμηνεία του ελληνικού μύθου», εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2013, σ. 20.
- ο.π σ. 46.
- Αντώνη Πετρίδης, https://antonispetrides.wordpress.com/2012/01/28/homericepic_intro/
Διαβάστε τα άρθρα που έχουμε δημοσιεύσει σχετικά με τη φιλοσοφία
