Οδύσσεια

ΟΔΥΣΣΕΙΑ

ΑΝΑΦΟΡΑ

ΤΟ ΚΛΑΣΙΚΟ ΑΝΤΕΧΕΙ

Οδύσσεια: γράφει η Ελένη Καρασαββίδου

«Το κλασικό παρελθόν αρνείται να μείνει παρελθόν», έγραψε ο Wenger (2017) και ο πολιτικο-κοινωνικός διάλογος γύρω από την «Οδύσσεια», του Νόλαν αποδεικνύει και πάλι την χρήση του μέσα στους αιώνες για την διαμόρφωση ηγεμονικών ταυτοτήτων και αφηγημάτων που απηχούν τις ανάγκες ιστορικών πλαισίων πολύ διαφορετικών και με προθέσεις πολύ πέρα των κλασσικών.

Οδύσσεια: Το όπλο

Όχι μόνο ο νεοκλασσικισμός αποτελεί μια εκδοχή της αρχαίας Ελλάδας που εφευρέθηκε και παγιώθηκε στα «μέτρα» των ανεγειρόμενων τότε αστικών τάξεων της Ευρώπης, από τον Διαφωτισμό και έπειτα, ώστε να νομιμοποιήσει, για παράδειγμα, την δυτική αποικιοκρατία, αλλά και ο Μεγαλέξανδρος, διαφορετικά προσελημμένος από τους λαούς της Ανατολής, χρησιμοποιείται από τον Κάιζερ για να συνενώσει με την δύναμή του τα Γερμανικά κρατίδια κι αργότερα για να υποτάξει το σύνολο της Ευρώπης.

Ως αντιδάνειο, η ίδια ιδεολογία που χτύπησε και τους γηγενείς ως μη επαρκώς ξανθούς, με γνωστότερο παράδειγμα αυτό του Φαλμεράγιερ, θα γινόταν μέρος του νέο-ελληνικού φαντασιακού, εσωτερικεύοντας και παγιώνοντας μέσα μας αυτό που ο Kiossev, (2004) επεσήμανε ως αυτό-αποικιοκρατούμενες κουλτούρες, ως επικράτηση δηλαδή μιας αντίληψης του εαυτού και του κόσμου που στηρίζεται όχι σε αυτό που είμαστε αλλά σε αυτό που δεν είμαστε (όχι αρκετά Δυτικοί, όχι αρκετά ξανθοί, όχι αρκετά Ευρωπαίοι) σημαδεύοντας σε όλα τα επίπεδα τις σχέσεις μας με τον αναζητούμενο, με συγκεκριμένους όρους, νεοελληνικό εαυτό μας.

Οδύσσεια: Η χειραγώγηση

Είτε αφορούσε την απόλυτη άρνηση αφού αμάσητα το θεωρούσαμε περίκλειστο λόγω προγονοπληξίας, είτε το «απόλυτα ιδανικό» αποθεώνοντας αυτό που μας είχε «φορεθεί» ως αντιδάνειο.

Ο θαυμασμός για την κυρίαρχη δυτική εκδοχή του κλασσικού κόσμου και η απόρριψη των Ελλήνων, προϊόν αποστείρωσης και ιδεολογικής επιλογής, φαίνεται όχι μόνο στα κείμενα μερίδας περιηγητών του 18ου-19ου αιώνα αλλά και στην στάση του Ράιχ όπως και της τωρινής Alt Right. Ο Richard Spencer, ηγέτης του κινήματος Alt Right, οπτικοποιεί αρχαιοελληνικά επιτεύγματα στα δημοφιλή βίντεο του για να νομιμοποιήσει την «λευκή υπεροχή» και να δημιουργήσει αισθήματα ταύτισης με σκοπό την χειραγώγηση του κοινωνικοπολιτικού σώματος ως «μέρος της ιστορίας, του πνεύματος και του πολιτισμού του λαού της Ευρώπης».

Οδύσσεια: Οι επιλογές

Βέβαια αυτή η δυτική ανάγνωση δεν αναιρεί τα θετικά επιτεύγματα της Δύσης, όπως την κριτική σκέψη που οδηγεί στην ικανότητα «αυτοθέασης» και ατομικής/συλλογικής δράσης, η οποία δεν είναι, όπως τίποτε, συνεκτικός μονόλιθος. Αντίθετα προσπαθεί να τα ακυρώσει αμαυρώνοντάς τα, ως συνομωσία «εναντίον της», χρησιμοποιώντας εντελώς επιλεκτικά ιστορικά γεγονότα και γραφές ώστε να απεικάσει σύμφωνα με τις ανάγκες των ελίτ τις προσλήψεις του κόσμου.

Αυτή η επιλεκτική ανάγνωση αγνοεί εμφατικά τους ίδιους τους αρχαίους Έλληνες, τους τρόπους ανάγνωσης του χρώματος και τα κριτήρια κατάτμησης των ανθρώπων. Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Οδύσσεια: Ο ρατσισμός

Όχι μόνο η ρατσιστική κατάτμηση με βάση το χρώμα δεν υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα -δέστε πως περιγράφει τους Σκύθες ο Ηρόδοτος- αλλά στα ίδια τα Ομηρικά έπη, οι Αιθίοπες, «οι άνθρωποι με το πιο σκούρο δέρμα όλων λόγω εγγύτητας στον ήλιο» αναφέρονται ως «αμύμονες» (άψογοι, θεοφιλείς). Ενώ οι ακροδεξιοί θεωρούν ως προσβολή του πολιτισμού «μας» (λες κι έχουμε κοινό πολιτισμό) και του δυτικού κόσμου (…) το μαύρο δέρμα, ο ίδιος ο Όμηρος, (που δεν περιγράφει ποτέ την Ωραία Ελένη ώστε όλοι να την πλάθουν ως πλάσμα της φαντασίας τους οι αναγνώστες αυτενεργώντας μπροστά στην πρόσληψη της ομορφιάς

Ο Μασκ στην ταινία που ετοιμάζει το πιθανότερο θα την αναπαραστήσει ως Σκανδιναβή) τους σέβεται τόσο, ώστε αναφέρει (Ομήρου Ιλ. 1.420-425) ότι οι Ολύμπιοι θεοί τους επισκέπτονται συχνά αν «και στην άλλη άκρη του κόσμου» για να τιμήσουν και να τιμηθούν στα τραπέζια τους (και είναι ενδιαφέρον ότι εκεί πάλι διασώθηκε η ψυχή του χριστιανισμού, η Αιθιοπική Βίβλος).

Οδύσσεια: Τα κριτήρια

Ας δούμε τώρα μερικά ακόμη παραδείγματα: Στα έργα αρχαίων συγγραφέων όπως ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Διόδωρος, ο Έφορος, ο Στράβωνας, ο Αρριανός, κ.ά. οι άνθρωποι κρίνονται με βάση τα έθιμα και τον χαρακτήρα και όχι με βάση την «λευκότητα του δέρματος». Το ίδιο βάρβαροι (κι αξίζει να θυμίσουμε πως η ετυμολογία της λέξης βγαίνει από το αρχαίο «μπλα μπλα», δηλαδή το «βαρ βαρ βαρ», κι αφορά όσους μιλούν ή κατ’ επέκταση πράττουν ακατάληπτα για τους Έλληνες) θεωρούνταν οι λευκοί Σκύθες και οι σκούροι Ινδοί. Η ανάγνωση των σχετικών περιγραφών, και χρησιμοποιώ την διεθνώς κατοχυρωμένη λατινική αρίθμηση από το βιβλίο «Ιστορίαι», του Ηρόδοτου (πχ Ι.132 για τους Πέρσες, IV.168 και V.160 για τους Λίβυους, II.12, και ΙΙ.37 για τους Αιγύπτιους, III.99 για τους Ινδούς, I.216, iv.23 και IV.59 για τους Σκύθες V.6 για τους Θράκες, οι οποίοι έχουν ομόθρησκο με τους Έλληνες και δεν είναι «μακρινό φύλο», μην ξεχνάμε πως και ο ίδιος υπήρξε κατά το ήμισυ Θραξ.

Ενώ ο Διόδωρος (Βιβλίο III, 2,3) ισχυρίζεται ότι οι Αιθίοπες (που εννοούνταν ως οι λαοί κάτω από τον Νείλο) ήταν «σαν θεοί και δίχως κανένα ελάττωμα» συμφωνώντας με τον Όμηρο, (και γιατί αυτό να μην περιλάμβανε και τις γυναίκες τους;) και πως στην περιοχή αυτή υπήρξε ο 2ος Όλυμπος στον οποίον οι Θεοί και οι Θεές ζούσαν επί 12ημερο.

Οδύσσεια: Η απουσία διακρίσεων

Γενικότερα δεν υπάρχει ούτε ένα στην αρχαιοελληνική που να περιγράφει τους Έλληνες ως «λευκούς», κι αυτό παρόλο που είχαν έρθει σε επαφή με ανθρώπους μαύρου δέρματος, και είχαν αναπτύξει την περίφημη περιβαλλοντική θεωρία με βάση, όπως είδαμε, την εγγύτητα στον ήλιο. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν αναγνώριζαν τους χρωματικούς «επιτονισμούς», οι οποίοι καταγράφονται άλλωστε σε γραπτά και αναπαρίστανται σε αντικείμενα τέχνης, ούτε πως δεν είχαν την δική τους, ελληνοκεντρική, θεωρία διάκρισης.

Δεν τους αποδίδουν όμως φυλετική βάση και δεν ιεραρχούν με βάση αυτήν όπως έγινε πολύ αργότερα. Δεν υπάρχει επίσης ούτε ένα χωρίο στο οποίο οι «μαύροι» είναι κατώτεροι από τους λευκούς και η μίξη μαζί τους «προσβολή». Η έννοια του μαύρου δέρματος ως κριτήριο κατωτερότητας που προσβάλλει τον «λευκό μας κόσμο» μάλιστα (μα αυτοπροσδορίζονταν οι αρχαίοι ως λευκοί;) εφευρέθηκε από την αποικιοκρατία και διένειμε προς νομιμοποίηση μια συγκεκριμένη, ανιστορική εκδοχή, της αρχαίας αντίληψης. Την οποία σήμερα χρησιμοποιεί μαζικά στα δίκτυα η Alt Right, βλέπε πχ τον Mask ή τον Spencer, στα πλαίσια αρχικά του διαφορικού ρατσισμού και τώρα του επελαύνοντα νεοσεπαρατισμού.

Οδύσσεια: Η εθνικότητα

Αντίθετα, υπάρχει πληθώρα αποσπασμάτων που δείχνουν ότι, σε αντίθεση με την βιολογία που χρησιμοποιήθηκε ώστε να απανθρωποιήσει τους γηγενείς κατοίκους των αποικιών, οι Έλληνες έδιναν βάση στην εθνικότητα έναντι της βιολογίας. «Η καθοριστική διαίρεση στον αρχαίο ελληνικό κόσμο ήταν μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων (μη Ελλήνων ή εκείνων που δεν μιλούσαν την ελληνική γλώσσα)» (Aziz, 1992).

Οι Έλληνες, όμως, όριζαν την εθνικότητα με βάση πολιτιστικά χαρακτηριστικά (ομόγλωσσο, ομόθρησκο), χαρακτηριστικά «επίκτητα, μετακινούμενα», που άφηναν ανοιχτή την πόρτα, σε αντίθεση με τον βιολογικό όλοκληρωτισμό, ώστε να γίνει κάποιος «μέλος της ελληνικής παιδείας, του ελληνικού κόσμου», ενώ το περίφημο ομόαιμον δεν συγκροτούνταν με όρους «φυλής», όπως χρησιμοποιήθηκε αργότερα η λέξη, αλλά με βάση βασιλικές γενεαλογίες συνδεδεμένες με πόλεις κράτη. Γι’ αυτό άλλωστε και αποθεώθηκε και δεν διώχθηκε για… αντεθνική ύβρη ο Ευριπίδης όταν έδωσε φωνή στο εθνικά κι έμφυλα άλλο στην τραγωδία Τρώες.

Οδύσσεια: Η γεωγραφική αναφορά

Παρόλο που θεωρητικοί από την αποικιοκρατία κι έπειτα, (βλ. Μπουφόν, Μάινερς, Λονγκ κ.ά.) έδωσαν μια βάση στο χρώμα ανύπαρκτη για τον αρχαίο κόσμο συνολικά, το χρώμα του δέρματος ήταν σε μεγάλο βαθμό ένα επιφανειακό ή εξωτικό χαρακτηριστικό και δεν κατασκεύαζε μια ιεραρχία ανθρώπινης αξίας βασισμένη σε επιδερμικά χαρακτηριστικά. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά ακόμη και του Μ. Αλέξανδρου (και δεν αναφέρομαι στον πλαστό όρκο στην Όπη από όπου όμως εμπνεύστηκε) -που ενώ δεν τον λες υπόδειγμα δημοκρατικότητας είχε μεγαλώσει σε αυτό το «κλίμα» -όπως αναφέρεται από τον Στράβωνα (στα «Γεωγραφικά 1.4.9):

«Στο τέλος της (γεωγραφικής) αναφοράς του (ο Ερατοσθένης) μη ασπασθείς τη γνώμη εκείνων που διαιρούν την ανθρωπότητα σε Έλληνες και βαρβάρους, και εκείνων που συμβούλευαν τον Αλέξανδρο να συμπεριφέρεται προς μεν τους Έλληνες ως εις φίλους προς δε τους βαρβάρους ως εις εχθρούς, διατυπώνει την άποψη ότι είναι καλύτερα να διακρίνουμε τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς. Διότι πολλοί από τους Έλληνες είναι κακοί ενώ πολλοί από τους βαρβάρους είναι πολιτισμένοι, όπως συμβαίνει με τους Ινδούς και τους Αριανούς και επίσης με τους Ρωμαίους και Καρχηδονίους που τόσο θαυμάσια πολιτεύονται. Για τον λόγο αυτόν βέβαια ο Αλέξανδρος, μη δίνοντας βαρύτητα σε τέτοιες προτροπές, προτιμούσε να αποδέχεται και να ευεργετεί τους ευδοκίμους άνδρες όποιοι και αν ήσαν αυτοί. Όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, οι διαχωριζόμενοι με αυτόν τον τρόπο, ετίθεντο άλλοι μεν σε ευμένεια άλλοι δε σε δυσμένεια. Διότι σε άλλους επικρατούσε η νομιμότητα και η παιδεία και η λογική και σε άλλους τα αντίθετα».

Οδύσσεια: Η κίνηση

Με άλλα λόγια: Παρόλο που στα πλαίσια του ελληνοκεντρισμού τα κριτήρια διαχωρισμού από τους άλλους ήταν υπαρκτά, οι ξένοι που υιοθετούσαν την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό, δηλαδή τη φιλοσοφία και τη δημοκρατία (και τα δυο ξένα για την Alt Rught σήμερα), μπορούσαν, να αποτελέσουν κάτι που προσδίδει στην ανθρωπινότητα το εύρος της κίνησης: κομμάτι του ελληνικού κόσμου.

Όταν τα αρχαία κείμενα απαντούν στις ακροδεξιές ενστάσεις για την «Οδύσσεια».

Μεγάλες αντιδράσεις έχει σηκώσει η ταινία «Οδύσσεια» από υπέρμαχους της Alt Right σε όλον τον κόσμο. Και παρόλο που προφανώς δεν ανήκουν όλες οι αντιδράσεις στον δικό της χώρο, η παρούσα μελέτη ερευνά πώς τα αρχαία κείμενα απαντούν στην «επιχειρηματολογία» που θεωρεί προσβολή το «μαύρο χρώμα δέρματος» για τον ελληνικό πολιτισμό και τον δυτικό κόσμο. Είδαμε πως η πρόσληψη της αρχαίας Ελλάδας αφορά την εκδοχή που καθιερώθηκε από τις δυτικές ελίτ από τον Διαφωτισμό και μετά, και φτάνοντας σε μας ως αντιδάνειο στιγμάτισε την πρόσληψη του εαυτού και του κόσμου σε βαθμό ώστε μια Σκανδιναβή ωραία Ελένη να μην προξενεί αντιδράσεις.

Οδύσσεια: Τα μεταβλητά χαρακτηριστικά

Όμως η κατάτμηση των ανθρώπων με βάση το χρώμα του δέρματος απουσιάζει εντελώς όπως είδαμε στην αρχαία ελληνική γραμματεία, όχι γιατί δεν υπήρχε η αντιθετική ταυτότητα ως σημείο διαχωρισμού από τους άλλους, αλλά γιατί η διάκριση αφορούσε μεταβλητά, πολιτιστικά χαρακτηριστικά και όχι βιολογικά. Αντίθετα με ό,τι συνέβη όταν η αποικιοκρατία, για προφανείς λόγους, δημιούργησε και διένειμε στην κοινωνική συνείδηση το αφήγημα για είδη ανθρώπων που δεν ήταν επαρκώς άνθρωποι αφού διέφεραν από την «λευκή κανονικότητα», στην αρχαία Ελλάδα καταδικάζονταν πρακτικές και λαοί τα έθιμα των οποίων θεωρούνταν ξενικά, όπως η ανθρωποθυσία, ή το προσκύνημα στον απόλυτο ηγεμόνα ή τον απόλυτο θεό, κι η καταδίκη αφορούσε εξίσου πιο σκούρους και πιο ανοιχτούς από τους ίδιους, την ίδια ώρα που άφηναν ανοιχτό τον πολιτιστικό σχετικισμό: π.χ. ο Στράβωνας (Στράβ. 7.3.9) αναφέρει την ρήση του Έφορου, που προειδοποιούσε ότι οι αναφορές για μακρινούς ανθρώπους ήταν δημοφιλείς επειδή «τα τρομερά και τα θαυμαστά είναι εκπληκτικά», αλλά ότι πρέπει να λάβουμε υπόψη και τα αντίθετα γεγονότα, ενώ η φράση και οι ίδιοι θεωρούν καλύτερα τα έθιμά τα δικά τους, υπάρχει κάπου στις «Ιστορίες».

Οδύσσεια: Το κάλλος

Η βιβλιογραφική έρευνα έχει επισημάνει (Mitter 2011, σ.68) ότι ήταν εκείνη η εποχή, εποχή και του Φαλμεράγιερ, που η σχετική έννοια της ομορφιάς συνδέεται με κάτι απόλυτο, νοοτροπία μέσα στα σπλάχνα της Β. Ευρώπης που θα έφτανε σε ολοκαυτώματα, δηλαδή με τη δήθεν επιστημονική αντικειμενικότητα. Όχι μόνο ο Μπουφόν συνέκρινε τα κρανία «νέγρων και πιθήκων» αλλά κι η βιολογία της εποχής τόνιζε την μη ανθρωπινότητά τους (Camper, 1794) και τόνιζε πως οι εγκέφαλοι τους δεν έπρεπε να γεμίσουν γνώσεις αφού ως δύσκαμπτοι θα εκρήγνυνται.

Η ίδια «επιστημονική προσέγγιση» χρησιμοποιήθηκε, όχι τυχαία, για την απόσυρση των γυναικών από την γη των κοινών (Federici, 1995). «Οι θεωρητικοί του Διαφωτισμού ενσωμάτωσαν αμετάκλητα βιολογικά χαρακτηριστικά όπως τις έννοιες του Μαύρου και του Λευκού στον λόγο της φυλής και χρησιμοποίησαν τους Έλληνες για να το κάνουν».(Aziz, 1992). Ουσιαστικά, και ενώ οι ίδιοι οι Έλληνες θεωρούνταν σκούροι κι απολίτιστοι, από μερίδα περιηγητών, αφού δεν πληρούσαν το πρότυπο του Λευκού ανθρώπου, η εκδοχή τους για την αρχαία Ελλάδα, αποστειρωμένη και ιδεατή κατά τα συμφέροντα και τα πρότυπα που διαμόρφωναν, χρησιμοποιούνταν ως «οι Γυναίκες της Δύσης»: ως δικαιολογία για επεμβάσεις και αποικίες αλλού, ενώ, όποτε συνέφερε (και συνέφερε συχνά) ξεχνιόταν η ουσιαστική αποικιοκρατία που οι ίδιοι βίωναν.

Οδύσσεια: Η κανονικότητα

Όμως, για τους Έλληνες, η λευκότητα ως ανθρώπινη «κανονικότητα», όπως επικράτησε από την αποικιοκρατία κι έπειτα, ήταν ανύπαρκτη. Δεν υπάρχει ούτε ένα χωρίο σε αρχαία κείμενα και η βαρβαρική κατασκευή αφορούσε εξίσου πιο βόρειους και πιο νότιους, σύμφωνα με την περιβαλλοντική τους θεωρία. Και η ίδια η έννοια της ομορφιάς σχετίζεται απόλυτα με το μέτρο και όχι με τα ανοιχτά χρώματα. Μέτρο όμως δεν ήταν το «μετρημένο» όπως πρόστυχα μεταλλάχθηκε και αυτή η έννοια, δεν ήταν η ιδιώτευση που θεωρούνταν ηλιθιότητα και αχρηστία κατά τον Επιτάφιο, ήταν η αποφυγή της ύβρεως ακόμη κι αν απαιτούσε δυναμική στάση απέναντι στην «αρχή», στην εξουσία. Έτσι γινόταν αυτό που ονόμαζαν «χαρακτήρα» μια έννοια όχι ηθικολογική αλλά ηθική, δηλαδή μέταλλο προσωπικότητας. Η Αντιγόνη είναι όμορφη γιατί αντιδρά στον άρχοντα, σε αυτόν που άρχει, όχι γιατί έχει «μετρημένη» συμπεριφορά.

Είναι απολύτως κατανοητό γιατί σε αυτό το ποτάμι ιδεών με τις αντιφάσεις μα και τους κοινούς τόπους «γεννήθηκαν» οι Ίωνες φιλόσοφοι που έθεσαν τις βάσεις για την ισότητα των ανθρώπων, εισάγοντας την έννοια της «ισονομίας» στη φύση, κρίνοντας το «υπερβατικό» και υποστηρίζοντας ότι το σύμπαν διέπεται από κοινούς, δίκαιους νόμους που ισχύουν εξίσου για όλα τα στοιχεία, όχι μόνο για τους ανθρώπους. Αυτήν η έννοια της κοσμολογικής ισονομίας επηρέασε τους αγώνες για δημοκρατία κι όμως πάει πολύ βαθύτερα.

Οδύσσεια: Το εφεύρεμα

Ας δούμε κάποιες χαρακτηριστικές και εξαιρετικά πυκνές φράσεις Ιώνων και Προσωκρατικών Φιλοσόφων που αποτελούν διακήρυξη της βιολογικής και οντολογικής ισότητας όλων των φυλών και αντιμετωπίζουν την υπαρκτή και τότε ανισότητα ως κοινωνικό εφεύρεμα και όχι φυσικό νόμο:

Ηράκλειτος «Ξυνὸν ἔστι πᾶσι τὸ φρονέειν.»(Η ικανότητα της σκέψης είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους). Αντιφών «Φύσει πάντα πάντες ὁμοίως πεφύκαμεν καὶ βάρβαροι καὶ Ἕλληνες εἶναι… ἀναπνέομέν τε γὰρ εἰς τὸν ἀέρα ἅπαντες κατὰ τὸ στόμα καὶ τὰς ῥῖνας καὶ ἐσθίομεν χερσὶν ἅπαντες.» (Από τη φύση μας είμαστε όλοι πλασμένοι όμοιοι από κάθε άποψη, και οι βάρβαροι και οι Έλληνες… γιατί όλοι αναπνέουμε τον αέρα με το στόμα και τη μύτη, και όλοι τρώμε με τα χέρια). Αλκιδάμας «Ἐλευθέρους ἀφῆκε πάντας θεός· οὐδένα δοῦλον ἡ φύσις πεποίηκεν.» (Ο θεός άφησε όλους τους ανθρώπους ελεύθερους· η φύση δεν έκανε κανέναν δούλο).

Αναξίμανδρος «Ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὖσι, καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών· διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν.» δλδ στον άχρονο χρόνο εάν δεν τηρείται η ισονομια μεταξύ των όντων στο τέλος υπάρχει «αποζημίωση» για την αδικία. Ξενοφάνης «Ἀλλ” οἱ βροτοὶ δοκέουσι θεοὺς γεγενῆσθαι, τὴν σφετέρην δ” ἐσθῆτα ἔχειν φωνήν τε δέμας τε… ἀλλ” εἴτοι χεῖράς γ” εἶχον βόες ἠὲ λέοντες… γράψαν κ” εἴδεια θεῶν.» (Οι θνητοί νομίζουν ότι οι θεοί γεννήθηκαν και ότι έχουν τη δική τους ενδυμασία, φωνή και σώμα… αν όμως τα βόδια ή τα λιοντάρια είχαν χέρια, θα ζωγράφιζαν κι αυτά θεούς καθ” ομοίωσή τους).

Οδύσσεια: Οι κατασκευές

Αποδομεί έτσι τις εθνικές και φυλετικές διακρίσεις, δείχνοντας ότι οι διαφορές μεταξύ των ανθρώπων είναι πολιτισμικές κατασκευές και όχι φυσικές ανισότητες και θέτει το ζήτημα της ενσυναίσθησης των άλλων ειδών. Δημόκριτος ο Αβδηρίτης «Ἄνθρωπος ἄνθρωπον μάλιστα ἀξιοῖ.», με άλλα λόγια: Η αξία του ανθρώπου είναι καθολική και ανεξάρτητη από κοινωνική τάξη ή καταγωγή.

Σε πλήρη αντίθεση η ιντερνετική και όχι μόνο ακροδεξιά έχει αναλάβει εργολαβικά να μιλά εξ ονόματος μιας φιλοσοφίας που δεν κατανοεί ξεκόβοντας επιλεκτικά πλευρές και φράσεις ώστε να χρησιμοποιεί μια αδιάκοπη επίκληση της Ελλάδας για να δικαιολογήσει τη λευκή, δυτική ανωτερότητα, την δική τους. Μπερδεύει την τεχνολογική ευφυία με τις ανθρωπιστικές σπουδές (φιλοσοφία, κοινωνιολογία, αρχαιολογία) στις οποίες είναι βαθιά αγράμματη και τις οποίες μισεί. Όπως το θέτει ο Wenger (2017): Η επίκληση της Ελλάδας για τη νομιμοποίηση της λευκής υπεροχής δεν είναι ένα νέο φαινόμενο, ούτε περιορίζεται στο παρελθόν. Οι δυτικές ελίτ χαϊδεύοντας και τα αυτιά των υπηκόων τους «συνεχίζουν σήμερα την πρακτική, που ξεκίνησε τον Διαφωτισμό, της εισαγωγής ζητημάτων χρώματος στην αρχαιότητα» (Aziz, 1992).

Οδύσσεια: Το σώμα

Έτσι η μαύρη Ελένη, ένα επιφανειακό χαρακτηριστικό, κάλυψε πολύ σημαντικότερα ζητήματα. Όπως σωστά έχει γραφτεί και δυστυχώς δεν θυμάμαι την πηγή η Ελένη δεν υπήρξε ποτέ ένα σώμα προς επαλήθευση. Από την αρχαιότητα ήδη, η μορφή της λειτουργεί ως μια καθαρή επιφάνεια κοινωνικών και πολιτικών προβολών. Ο Στησίχορος έγραψε στην Παλινωδία του ότι δεν πάτησε ποτέ στην Τροία, ο Ευριπίδης έστειλε εκεί ένα «νεφέλης έγχριστον είδωλό» της, ενώ η αληθινή περίμενε στην Αίγυπτο, ο δε Γοργίας συνέταξε ολόκληρο εγκώμιο για να την αθωώσει ορθολογικά. (το ίδιο και στην «Ελένη» του Ρακίνα και τόσων άλλων στους αιώνες που ακολούθησαν, όπως και η Οδύσσεια του Τζόις ή του Φράι ή η φεμινιστική Οδύσσεια της Ολίβα κ.ά. η δημιουργία, η τέχνη, αγγίζει κείμενα τα ανατρέπει, δεν τα αντιμετωπίζει ως «αγία γραφή» κι ας είναι αυτή το κείμενο στο οποίο «μπήκε κατεξοχήν χέρι»).

Η Ελένη είναι το οριακό σύμβολο μέσα από το οποίο κάθε εποχή νομιμοποιεί ή απονομιμοποιεί τον ίδιο τον «πόλεμο». Άξιζε ή δεν άξιζε μια σφαγή για χάρη της; Ήταν ή δεν ήταν ένα πουκάμισο αδειανό; Όσοι μαλώνουν σήμερα για το σώμα, υπέρ ή κατά, δεν κάνουν τίποτα καινούργιο παρά μόνο πιάνουν το νήμα και παίζουν το αρχαιότερο νούμερο αυτής της παράδοσης.

Οδύσσεια: Το σύστημα

Όμως τα συμβολικά συστήματα ενός τόπου (γλώσσα, θρησκεία, φιλοσοφία, λαϊκή ή κυρίαρχη κουλτούρα, παιδεία κ.λπ.) συγκροτούν το «τυπικό σύστημα» που ορίζει τις σημασίες μιας κουλτούρας και το εύρος επιλογών ή απορρίψεων της ατομικής εμπειρίας (αυτό που ο Φουκώ αποκάλεσε «ορθή γωνία» του κοινωνικοπολιτισμικού με το ατομικό).

Στην σκηνή της ταινίας που ακούγονται ελληνικά αλλά μεταφράζονται στον Οδυσσέα όπως διάβασα πάλι κάπου και το βρήκα ευφυέστατο αν και δεν έχω δει την ταινία, αυτό που στη θεωρία της αφήγησης ονομάζεται «ομογενοποιητική σύμβαση», δηλαδή η linga franca να αντικαθιστά την γλώσσα των όποιων ιθαγενών, η σιωπηρή κινηματογραφική σύμβαση ότι όλοι οι ήρωες μιλούν ελληνικά, τα οποία όμως ο θεατής «ακούει» ως αγγλικά, ακυρώνεται και επιστρέφει πάλι ως γλωσσική αποικιοκρατία. Κι εδώ αντιγράφω την κριτική ζητώντας συγγνώμη που δεν θυμάμαι την πηγή.

Οδύσσεια: Η σύμβαση

«Με την εμφάνιση πραγματικών ελληνικών μέσα στον ίδιο τον αφηγηματικό κόσμο, η σύμβαση αυτή καταρρέει. Ο Νόλαν, επιλέγοντας να κάνει τον “Χ” να μιλήσει ελληνικά και τον Αχαιό να χρειάζεται διερμηνέα, δημιουργεί ένα διπλό παράδοξο. Στο πρώτο ο «ξένος» μιλάει τη σύγχρονη εκδοχή της γλώσσας του ίδιου του κειμένου, ενώ ο ίδιος ο «Έλληνας» την έχει απολέσει χάριν της χολιγουντιανής αγγλοφωνίας.

Μέσα στον ίδιο τον κόσμο της ταινίας, οι Έλληνες δεν καταλαβαίνουν ελληνικά και χρειάζονται διερμηνέα για τη γλώσσα τους, τα αγγλικά δεν «αντιπροσωπεύουν» πια τα ελληνικά, τα έχουν αντικαταστήσει ολοκληρωτικά. Και η σκηνή δεν σώζεται, διότι τα ελληνικά υποβιβάζονται από μήτρα του έργου σε ένα εξωτικό ηχητικό εφέ, παίρνοντας τον ρόλο μιας ακατάληπτης λαλιάς του «Άλλου» μέσα σε ένα ελληνικό έπος.»

Οδύσσεια: Η σκηνή

Γιατί επιμένω σε μια σκηνούλα; Γιατί, αν τελικά μιλήσουμε για πολιτισμικές συγκρούσεις, η συγκεκριμένη σκηνή κάθεται σαν τον πελαργό πάνω στο όριο αυτού που ο Richard Rogers ορίζει ως «πολιτισμική εκμετάλλευση»: παίρνει, δηλαδή, μια κυρίαρχη πολιτισμική βιομηχανία την κληρονομιά ενός λαού, χωρίς να του αναγνωρίζει ουσιαστική θέση μέσα σε αυτήν, ενσώματη, υλική ή άυλη (να αναγνωρίσω βέβαια εδώ τη δουλειά με τα αρχαία ελληνικά όργανα για τη μουσική και άλλα επιμέρους στοιχεία).

Φέρνει έτσι στη συζήτηση μια μακρά μάχη μεταξύ Δύσης και ημών, βρίσκοντάς μας εγκλωβισμένους στο πεδίο της «κρυπτοαποικιοκρατίας» (crypto-colonialism, βλ. Michael Herzfeld): δηλαδή, στην πολιτισμική και πολιτική συνθήκη κατά την οποία χώρες όπως η Ελλάδα έχουν διαμορφωθεί μέσα από εξωτερικές απαιτήσεις και μοντέλα ισχύος, είναι ταυτόχρονα το υποτιθέμενο λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αλλά και μια κοινωνία που αξιολογείται διαρκώς με βάση ένα εξωτερικά κατασκευασμένο ιδεώδες της αρχαιότητας.

Οδύσσεια: Η καταγωγή

Πρόκειται, λοιπόν, για τη διαδικασία κατά την οποία η Δύση διεκδικεί την κλασική αρχαιότητα ως δική της αποκλειστική πνευματική καταγωγή, ως «οικουμενική κληρονομιά» φιλτραρισμένη μέσα από τον ευρωπαϊκό νεοκλασικισμό του 19ου αιώνα, ενώ ταυτόχρονα εκτοπίζει από αυτήν τους ζωντανούς Έλληνες (προσωπικό disclaimer: προφανώς δεν μιλάμε εδώ για μια γραμμική αντίληψη περί «εθνικής συνέχειας» κ.λπ.).

Αυτή η συνθήκη, στην ποπ κουλτούρα, ακούγεται καθαρά μέσα από την απουσία συνεννόησης σε μια κοινή γλώσσα: είναι η στιγμή που η ταινία παράγει, έστω και ακούσια, μια εικόνα όπου η ερμηνεία του Ομήρου περνά μέσα από την αγγλόφωνη βιομηχανία, ενώ η ίδια η γλώσσα του κειμένου (σε επίπεδο διαδοχής, τουλάχιστον, και Νέων Ελληνικών) υποβιβάζεται σε μια «διάλεκτο ιθαγενών» που χρειάζεται μετάφραση για να την καταλάβουν οι ίδιοι οι «Έλληνες».

Οδύσσεια: Η ακινητοποίηση

Έτσι, προσθέτω, το κινούμενο χαρακτηριστικό του ομόγλωσσου ακινητοποιείται επιβεβαιώνοντας την πολιτιστική ηγεμονία της Δύσης ως κάτι ακίνητο. Βέβαια επειδή, όπως διαβάζω, η ταινία είναι πολυεπίπεδη, την ίδια ώρα η δυτική αυτοαναφορικότητά της υποσκάπτεται με την παραβολή των ανθρώπων της θάλασσας, των εισβολέων, πεινασμένων ομάδων του Αιγαίου που ξεχέρσωσαν πολιτισμούς της εποχής του Χαλκού.

Ενδιαφέρον πόσο ο χαλκός χρησιμοποιήθηκε για την υπερτεχνολογία και στην εποχή μας. Όπως και τους ίδιους τους ταξιδιώτες, ως υπόμνηση πως οι «λαοί της θάλασσας» είναι οι ίδιοι οι δυτικοί κι όλη η κατάρρευσή οφείλεται στους «από μέσα». Και κατ’ επέκτασην πως οι λαοί της θάλασσας είμαστε όλοι κι όλες εμείς.

Κοινώς υπενθυμίζει το: Ούτως αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας και επί τα ετοίμα μάλλον τρέπονται.

 

Διαβάστε την κριτική για την ταινία

Διαβάστε την κριτική ανάλυση για την ταινία

Διαβάστε τα άρθρα με θέμα την ιστορία

Ντιεν Μπιεν Φου

21η Απριλίου



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ Ο Γιάννης Φραγκούλης γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1960, όπου τέλειωσε το εξατάξιο γυμνάσιο. Σπούδασε χημεία στον Καναδά, στο Μόντρεαλ (Quebec), στο Μόνκτον (New Brunswick) και στην Ορλεάνη (Γαλλία). Το 1989 σπούδασε φωτογραφία στην ΑΚΤΟ, στην Αθήνα. Παρακολούθησε σεμινάρια σημειωτικής, με το Δημήτρη Τσατσούλη (φωτογραφίας, λογοτεχνίας και θεάτρου), στο Ελληνοαμερικάνικο Κολλέγιο. Το 2009 τέλειωσε το Master in Arts, από το Middlesex University, με θέμα της διατριβής του, «Ο μύθος, μια αφηγηματική διακειμενικότητα». Το 1989 άρχισε να αρθρογραφεί και το 1990 ξεκίνησε να γράφει κριτικές κινηματογράφου. Το 1992 έγινε μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, της οποίας έχει διατελέσει Πρόεδρος, και της FIPRESCI. Το 1994 έγινε μέλος του «Μικρό» (Σωματείο για την ταινία μικρού μήκους), στο οποίο ήταν Πρόεδρος για δύο θητείες. Το 2000 ξεκίνησε να διδάσκει σε σεμινάρια κινηματογράφου στην Ένωση Τεχνικών Κινηματογράφου και Τηλεόρασης (ΕΤΕΚΤ), στο «Μικρό», στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας, στο Μουσείο Κινηματογράφου, στο Μικρό Πολυτεχνείο, στη Σχολή Κινηματογράφου Λυκούργου Σταυράκου, στο δικό του χώρο και σε συνεργασία με τη filmfabrik Productions, στη Θεσσαλονίκη, όπου διδάσκει κινηματογράφο μέχρι σήμερα στο Κινηματογραφικό Εργαστήρι Fabula, το οποίο διευθύνει. Συμμετείχε στο στρογγυλό τραπέζι της FIPRESCI, στην Κωνσταντινούπολη και στη Φιλιππούπολη με θέμα τον βαλκανικό κινηματογράφο. Συμμετείχε σε κριτικές επιτροπές στα Κρατικά Βραβεία Ποιότητας και σε Φεστιβάλ, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Είναι επιστημονικός σύμβουλος του Εργαστηρίου Almakalma, το οποία ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο (Performance). Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Εξόρμηση, στην οποία ήταν υπεύθυνος του πολιτιστικού τμήματος, στην Αθηναϊκή, στη Νίκη, στο Μανδραγόρα, στην Ουτοπία, στη Σύγχρονη Εκπαίδευση, στον κατάλογο του Φεστιβάλ της Λάρισας, στη Γραφή, στο Κ.ΛΠ., στο Ριζοσπάστη και στο Αλμανάκ της ΠΕΚΚ. Ίδρυσε το περιοδικό «αντι-Κινηματογράφος», στο οποίο ήταν διευθυντής σύνταξης, το 1992, το περιοδικό «Κινηματογράφος και Επικοινωνία», στο οποίο ήταν διευθυντής, το 2000. Επιμελήθηκε και συνπαρουσίασε, μαζί με τον Κώστα Σταματόπουλο, την εκπομπή «Cineπλάνο», στο 902TV, από το 2008 έως το 2009. Ήταν υπεύθυνος για τους διαδικτυακούς τόπους www.cinemainfo.gr και www.theaterinfo.gr. Ίδρυσε και διεύθυνε το greeceactuality.wordpress.com. και τώρα διευθύνει και αρθρογραφεί στα www.filmandtheater.gr και www.thessalonikinfo.gr. Έχει μεταφράσει το βιβλίο του Jean Mitry, «Ο ρυθμός και η μουσική στον κινηματογράφο», έχει γράψει τα βιβλία «Η κωμωδία στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο», εκδ. Έλευσις, το 2006, «Τι είναι ο κινηματογράφος;», εκδ. Κέντρο Πολιτιστικών Μελετών (σειρά νεανική Βιβλιοθήκη) και «Κώστας Φέρρης», εκδ. της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών. Έχει οργανώσει διάφορες εκδηλώσεις στην Ελλάδα, όπως το Αφιέρωμα στον Παλαιστινιακό Κινηματογράφο, το 2002, την Εβδομάδα Κλασικού Ιαπωνικού Κινηματογράφου και την Εβδομάδα Σύγχρονου Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, το 2002, ως μέλος της Π.Ε.Κ.Κ. Ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής του Πανοράματος Νέων Δημιουργών, στο Ε.Κ.Θ., στη Θεσσαλονίκη, και ιδρυτής της Κινηματογραφικής Λέσχης Solaris, η οποία δραστηριοποιείται πλέον στη Θεσσαλονίκη. Διευθύνει το Αφηγηματικό Εργαστήριο Fabula, που ερευνά τον Ενιαίο Παραστατικό Χώρο. Έχει σκηνοθετήσει τρείς ταινίες μικρού μήκους, οι δύο πτυχιακές για το Master στο πανεπιστήμιο Middlesex, και την ταινία-ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, «Η αγία της αρχαίας Μαντινείας». ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ «Μέσα από τις βιτρίνες», 8΄, 2009, σκηνοθεσία «Nafasz», 7΄, 2009, σκηνοθεσία «Η αγία της αρχαίας Μαντινείας», 50΄, 2010, ντοκιμαντέρ, σκηνοθεσία «Στιγμή απολιθωμένη», 31΄, 2010, ντοκιμαντέρ, σκηνοθεσία «Η τελευταία λατέρνα», 6΄, 2010, σεναριακή επιμέλεια «Το κλειδί της επιστροφής», 13΄, 2015, σεναριακή επιμέλεια «Το συρματόπλεγμα», 19΄, 2015, σεναριακή επιμέλεια «Στο Τσινάρι», 7΄, 2017, σκηνοθεσία «Sotos, ζωγράφος αει…πράγμων», 2020, 97΄, σκηνοθεσία-φωτογραφία ΒΙΒΛΙΑ «Ο ρυθμός και η μουσική στον κινηματογράφο», του Jean Mitry, μετάφραση, εκδ. Entracte και Σύγχρονη Εκπαίδευση, Αθήνα, 2001 «Τι είναι ο κινηματογράφος;», εκδ. Κέντρο Πολιτιστικών Μελετών, Αθήνα, 2004 «Κώστας Φέρρης», εκδ. Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών, Αθήνα 2004 «Η κωμωδία στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο», εκδ. Έλευσις, Τρίπολη, 2006


Copyritght 2022 Thessalonikinfo / All rights reserved